Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Αυτισμός και δυνατότητα εκπαίδευσης




Ο αυτισμός είναι μια διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή η οποία επιδρά σε πολλούς τομείς της ανάπτυξης ενός ατόμου. Η κλινική εικόνα του αυτισμού δεν είναι ομοιογενής, αλλά κυμαίνεται από ηπιότερες μορφές (με ελάχιστα και σε ήπια μορφή αυτιστικά στοιχεία και φυσιολογική νοημοσύνη) μέχρι βαρύτερες μορφές (με πολλαπλά αυτιστικά στοιχεία συνοδευμένα από βαριά νοητική καθυστέρηση). Τα άτομα με αυτισμό παρουσιάζουν έκπτωση σε τρεις βασικούς τομείς:
1)Έκπτωση στην κοινωνικότητα. Τα αυτιστικά άτομα έχουν σοβαρά ελλείμματα σε όλους τους τομείς των κοινωνικών δεξιοτήτων. Δηλαδή τα άτομα με αυτισμό δεν καταλαβαίνουν, για παράδειγμα γιατί θα πρέπει να μοιράζονται τα πράγματα τους με τα αδέλφια τους ή γιατί να παίζουν μαζί τους ή ότι πρέπει να περιμένουν τη σειρά τους σε ένα παιχνίδι. 2)Έκπτωση στην επικοινωνία. Περίπου το 50% των αυτιστικών παιδιών δεν αναπτύσσει σχεδόν καθόλου λόγο. Αλλά ακόμα και εκείνα που παρουσιάζουν ομιλία, έχουν δυσκολίες, για παράδειγμα στο να κατανοήσουν τα διαφορετικά νοήματα που δίνουμε σε λέξεις ανάλογα με τον τόνο της φωνής μας, τις διάφορες εκφράσεις του προσώπου μας, τις κινήσεις του σώματός μας. Ένα βασικό χαρακτηριστικό των αυτιστικών ατόμων είναι η “ηχολαλία”, η οποία αναφέρεται στην επανάληψη λέξεων ή φράσεων που ειπώθηκαν από άλλους. 3)Έκπτωση στην γενική συμπεριφορά, στα ενδιαφέροντα, στις δραστηριότητες. Τα άτομα με αυτισμό έχουν έναν άκαμπτο τρόπο που σκέφτονται και κάνουν πράγματα. Πιο αναλυτικά, τους αρέσει να διατηρούν τις ρουτίνες τους. Συχνά τους αρέσει να τακτοποιούν πράγματα με ένα συγκεκριμένο τρόπο και αν κάποιος αλλάξει τη θέση τους μπορεί να αναστατωθούν. Μπορεί να παίζουν συνέχεια με τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιώντας το ίδιο αντικείμενο ή να παρακολουθούν το ίδιο βίντεο πολλές φορές. Μπορεί να κάνουν τις ίδιες επαναλαμβανόμενες κινήσεις με το σώμα τους π.χ. μπρος-πίσω, ή να πηδούν πάνω-κάτω ή να φτερουγίζουν τα χέρια τους ή να χτυπούν επιφάνειες, ή να στριφογυρίζουν αντικείμενα.
Ωστόσο το ερώτημα που απασχολεί κυρίως τους γονείς αυτών των παιδιών και είναι βαρύνουσας σημασίας αφορά στο εάν μπορεί να δοθεί βοήθεια και ποια είναι η κατάλληλη  γι' αυτά τα παιδιά. Μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με αυτισμό μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά με την κατάλληλη θεραπευτική - εκπαιδευτική παρέμβαση. Προκειμένου λοιπόν να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατόν θεραπευτικό αποτέλεσμα απαιτείται σωστός προγραμματικός σχεδιασμός κατά την θεραπευτική διαδικασία. Ειδικότερα, τα παιδιά με αυτισμό έχουν ανάγκη από: α)ένα δομημένο θεραπευτικό και εκπαιδευτικό περιβάλλον, β)σταθερό ημερήσιο πρόγραμμα, γ)ένας-προς-ένα διδασκαλία, δ)εναλλακτικούς τρόπους διδασκαλίας, ε)εμπλουτισμένες εκπαιδευτικές δραστηριότητες με επίκεντρο τις προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντα τους, στ)διδακτική μεθοδολογία που ευνοεί την γενίκευση και τη συντήρηση δεξιοτήτων.
Σαν επίλογο λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι αν και ο αυτισμός δεν θεραπεύεται, ωστόσο η ζωή ενός ατόμου με αυτισμό μπορεί να αλλάξει σημαντικά με την έγκαιρη, συστηματική και εξειδικευμένη στήριξη και εκπαίδευση. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι προϋπόθεση της έγκαιρης παρέμβασης, είναι η έγκαιρη και εξειδικευμένη διάγνωση. Αρχικά λοιπόν, αυτό θα πρέπει να αποτελεί την νούμερο ένα προτεραιότητα των γονιών που έχουν παιδιά με διαταραχές στο φάσμα του αυτισμού.