Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2015

Χαρακτηριστικά της Ψυχογενούς Ανορεξίας




Η εφηβεία είναι μια περίοδος έντονων σωματικών αλλαγών. Το παιδικό σώμα μετατρέπεται σταδιακά σε σώμα ενήλικα. Σε αρκετές περιπτώσεις όμως, η  αποδοχή αυτών των αλλαγών απαιτεί μια υγιή ψυχική ανάπτυξη. Οι διαταραχές της διατροφής (ανορεξία και βουλιμία) που ξεκινούν κυρίως στην εφηβεία, συνήθως στα κορίτσια, στρέφονται εναντίον αυτού του σώματος με σκοπό να μην αφήσουν να αναδυθεί η σεξουαλικότητα. Στη βάση αυτής της επιθυμίας, το νεαρό άτομο υιοθετεί μια σειρά ακραίων διατροφικών συνηθειών με αποτέλεσμα πολλές φορές να βάζει σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή. Τα άτομα αυτά αρνούνται να φάνε κανονικά λόγω της διαρκούς επιθυμίας να είναι λεπτά και εξαιτίας του φόβου μήπως χάσουν τον έλεγχο στην ποσότητα του φαγητού. 
Κλινική εικόνα 
Στη σύγχρονη εποχή προβάλλεται η εικόνα του αδύνατου σώματος σαν πρότυπο μίμησης για τις νέες κοπέλες. Στην εφηβεία κυριαρχεί η επιθυμία μιας λεπτής σιλουέτας σύμφωνα με τις προσταγές της μόδας. Στην αρχή, η έφηβος ή ο έφηβος ξεκινά με μια μέτρια δίαιτα η οποία και είναι αποδεκτή από την οικογένεια. Η απώλεια βάρους όμως δεν επιφέρει ικανοποίηση, και έτσι το άτομο εξακολουθεί να θεωρεί το βάρος του υπερβολικό και εξακολουθεί να κάνει σημαντικές προσπάθειες για την ελάττωση του.  Το σύνδρομο της ψυχογενούς ανορεξίας διαγιγνώσκεται όταν η απώλεια είναι μεγαλύτερη από το 10% του σωματικού βάρους και έχει παρουσιαστεί αμηνόρροια (σταμάτημα της περιόδου) περισσότερο από 6 μήνες. Βαθμιαία, το αδυνάτισμα είναι εντυπωσιακό και μπορεί να φθάσει μέχρι την απώλεια του 50% του αρχικού βάρους. Συνοδεύεται επίσης, από σωματικές εκδηλώσεις, όπως υποθερμία, επιβράδυνση καρδιακής λειτουργίας, υπογλυκαιμία, διαταραχές ηλεκτρολυτών κλπ.
Ψυχολογικοί παράγοντες
Ορισμένα στοιχεία της προσωπικότητας φαίνεται να αποτελούν προδιαθεσικούς παράγοντες για την εκδήλωση της διαταραχής. Τα ανορεξικά άτομα  περιγράφονται ως τελειομανή, που θέτουν υψηλούς στόχους και επιστρατεύουν τα πάντα για να τους επιτύχουν. Συχνά όμως αμφισβητούν τον εαυτό τους, απογοητεύονται εύκολα και εξαρτώνται σημαντικά από την επιβράβευση των άλλων. Παρουσιάζουν δυσκολίες στη σύναψη σχέσεων, δεν αναζητούν νέες εμπειρίες και αποφεύγουν τη έκθεση σε κινδύνους. 
Θεραπεία
Η θεραπεία των διαταραχών διατροφής απαιτεί την συνεργασία διαφόρων ειδικοτήτων (ψυχίατρο, ψυχολόγο, παθολόγο, διαιτολόγο, ενδοκρινολόγο). Η βαρύτητα της ασθένειας θα καθορίσει την νοσοκομειακή ή εξωνοσοκομειακή αντιμετώπιση. Παράλληλα με την αντιμετώπιση του ανορεξικού ατόμου πρέπει να σχεδιασθεί η αντιμετώπιση των γονέων ατομικά, είτε σαν ζευγάρι, είτε σε οικογενειακή θεραπεία.


(Προσαρμογή από σημειώσεις Προγράμματος Συμπληρωματικής Εκπαίδευσης του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με θέμα «Ψυχοπαθολογία του Βρέφους, του Παιδιού και του Εφήβου»).

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Κατάθλιψη στην Παιδική Ηλικία


Η παιδική κατάθλιψη άργησε να αναγνωρισθεί σαν αυτόνομη κλινική οντότητα. Ήταν δύσκολο να γίνει κατανοητό πώς γίνεται να είναι αναπτυξιακά συμβατό για τα παιδιά να παρουσιάζουν κατάθλιψη. Εφόσον, θεωρούνταν ότι η παιδική ηλικία είναι η πιο χαρούμενη περίοδος της ανθρώπινης ζωής Ένας άλλος λόγος δυσκολίας της μελέτης της παιδικής κατάθλιψης είναι η αδυναμία του παιδιού να εκφράσει με λόγια τα συναισθήματα θλίψης, απελπισίας και απόγνωσης. Είναι μία κατάσταση που εύκολα παραγνωρίζεται γιατί τα καταθλιπτικά παιδιά δεν παραπονιούνται και τα προβλήματα της συμπεριφορά τους είναι μειωμένης έντασης. 
Η κλινική εικόνα της παιδικής κατάθλιψης διαφέρει σημαντικά από εκείνη των ενηλίκων. Η βασικότερη διαφορά έγκειται στο ότι τα παιδιά δεν μπορούν να εκφράσουν λεκτικά τα συναισθήματα θλίψης που νιώθουν. Συνήθως, στην παιδική ηλικία παρατηρούνται φοβίες, άγχος αποχωρισμού, σωματικά συμπτώματα και διαταραχές διάθεσης. Αντίθετα, μελαγχολικά ή ψυχωτικά συμπτώματα, υπολειμματική λειτουργικότητα, απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκτονίες συναντώνται συχνότερα όσο αυξάνει η ηλικία.
Ωστόσο, η εικόνα της κατάθλιψης αλλάζει ανάλογα με το ηλικιακό στάδιο του παιδιού. Αναλυτικότερα, η βρεφική κατάθλιψη εκδηλώνεται με: 1)Συναισθηματική ατονία: Το βρέφος δεν έχει διάθεση να κοιτάει, να ακούει, να μυρίζει, να κινείται, να γνωρίζει, να λειτουργεί, να προοδεύει. 2)Με μειωμένες κινητικές πρωτοβουλίες, φτωχή μιμική, μονοτονία, τάση για επανάληψη των ιδίων δραστηριοτήτων και 3)Φτωχή αλληλεπιδραστική σχέση με τη μητέρα.  Στην  κατάθλιψη προσχολικής ηλικίας  παρατηρείται κυρίως απάθεια, το παιδί δεν εκδηλώνει αυτό που θέλει, δεν συμμετέχει στο παιχνίδι. Επίσης, μπορεί να εκδηλωθούν διάφορες φοβίες και άγχος αποχωρισμού. Παρατηρούνται επίσης σωματικά συμπτώματα (κοιλιακοί πόνοι), διαταραχές διατροφής (ανορεξία, άρνηση τροφής) και διαταραχές ύπνου (αϋπνία, νυχτερινοί εφιάλτες).  Η κατάθλιψη σχολικής ηλικίας γίνεται κυρίως αντιληπτή από την αλλαγή της συμπεριφοράς. Ακόμη, παρατηρείται πτώση στη σχολική επίδοση του παιδιού, διακοπή των σχέσεων με συνομηλίκους, απώλεια της ευχαρίστησης του παιχνιδιού, απομόνωση. Τα σωματικά συμπτώματα είναι και εδώ παρόντα. Επίσης, τα παιδιά αυτής της ηλικίας μπορεί να εκφράσουν αρνητικές και απαισιόδοξες σκέψεις. Συνήθως, το παιδί δείχνει λυπημένο, δυστυχισμένο. Τίποτα δεν το ευχαριστεί και δεν καταφέρνει τίποτα. Πιστεύει ότι δεν το αγαπούν και δεν το θέλουν. Παρουσιάζει επίσης συχνές εναλλαγές διάθεσης και συναισθήματος. Σ’ αυτή την ηλικία μπορεί να εκφραστούν ιδέες αυτοκτονίας, αλλά οι απόπειρες είναι σπανιότερες απ’ ότι στην εφηβεία. Συχνά παρατηρούνται εκρήξεις οργής, νευρικότητα, ευερεθιστότητα, προκλητικότητα και ανυπακοή.
Η πρώιμη ανίχνευση προστατεύει το παιδί από τις μακροχρόνιες συνέπειες της κατάθλιψης που επηρεάζουν τα σχολικά επιτεύγματα, τις σχέσεις με τους γονείς και τους συνομηλίκους και αυξάνουν τους κινδύνους στην παιδική ηλικία ή την εφηβεία.

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Κοινωνική φοβία. Υπάρχει βοήθεια;


Η κοινωνική φοβία είναι μια διαταραχή που χαρακτηρίζεται από έντονο και επίμονο φόβο ταπείνωσης ή αμηχανίας σε κοινωνικές καταστάσεις ή σε καταστάσεις που το άτομο πρέπει να επιτελέσει κάτι μπροστά σε κόσμο. Ο φόβος σε αυτές τις καταστάσεις έχει να κάνει με την αίσθηση του ατόμου ότι είναι εκτεθειμένο στην παρατήρηση, την κριτική και τον εξονυχιστικό έλεγχο των άλλων, ιδιαίτερα αν είναι άγνωστοι. Έτσι, το άτομο φοβάται ότι οι άλλοι θα δουν ότι έχει άγχος ή θα το κρίνουν ως αδύνατο ή «τρελό».
            Ο φόβος μπορεί να είναι τόσο σοβαρός και έντονος που επηρεάζει αρνητικά την εργασία τους ή τη συμμετοχή τους στο σχολείο και άλλες συνήθειες ή καθημερινές δραστηριότητες. Πολλοί από τους ανθρώπους που έχουν κοινωνική φοβία, αντιλαμβάνονται ότι οι φόβοι τους όταν βρίσκονται με άλλους ανθρώπους είναι υπερβολικοί. Όμως δεν μπορούν να κάνουν οτιδήποτε για αυτό. Μάλιστα μπορεί να αγχώνονται για μέρες ή εβδομάδες πριν από ένα αναμενόμενο γεγονός που το θεωρούν ιδιαίτερα φοβερό. Η κοινωνική φοβία μπορεί να περιορίζεται σε ένα μόνο είδος καταστάσεων όπως για παράδειγμα όταν τα άτομα που υποφέρουν μιλούν σε επίσημες ή ανεπίσημες καταστάσεις ή όταν τρώνε ή πίνουν μπροστά σε άλλους. Στις πιο σοβαρές μορφές της κοινωνικής φοβίας, η διαταραχή είναι τόσο γενικευμένη που το άτομο βιώνει συμπτώματα κάθε φορά που υπάρχουν τριγύρω του άλλοι άνθρωποι.
            Συμπτώματα άγχους και μάλιστα σωματικά (αίσθημα παλμών, τρόμος, ιδρώτας, κοκκίνισμα κτλ.) είναι σχεδόν πάντα παρόντα και σε σοβαρές περιπτώσεις το άτομο φτάνει σε πανικό. Η κατάσταση αυτή οδηγεί τα άτομα με κοινωνική φοβία σε ένα φαύλο κύκλο. Όσο περισσότερο φοβούνται μια κατάσταση, τόσο πιθανότερο είναι να παρουσιάσουν συμπτώματα ορατά στους άλλους και αντιλαμβανόμενοι το γεγονός αυτό, φοβούνται ακόμη περισσότερο γεγονός που ευνοεί την εκδήλωση των συμπτωμάτων.
Υπάρχει βοήθεια;
            Η κοινωνική φοβία μπορεί να αντιμετωπιστεί και να θεραπευτεί και ο τρόπος εξαρτάται από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το άτομο που πάσχει από αυτήν. Κάποιος που απλά παρατηρεί στον εαυτό του ελαφρά συμπτώματα τέτοιας φοβίας μπορεί ενδεχομένως να βοηθήσει και μόνος του τον εαυτό του με κάποιες μικρές «ασκήσεις θάρρους». Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, χρειάζεται βοήθεια ειδικού. Ανάλογα με το χρόνο που προϋπάρχει η φοβία και το πόσο έχει ήδη απομονωθεί κάποιος, έχει με αυτό τον τρόπο ελαττώσει τις δυνατότητες του να έχει και θετικές εμπειρίες από τις κοινωνικές επαφές του. Αυτό κάνει και πιο δύσκολη την αντιμετώπιση της φοβίας. Επίσης, συχνά παράλληλα με την φοβία παρουσιάζεται και κατάθλιψη, οπότε ο συνδυασμός της αποφυγής κοινωνικών επαφών με την κατάθλιψη δημιουργούν μια δύσκολη συναισθηματική κατάσταση, που δεν βοηθά το άτομο να κινητοποιηθεί για να αντιμετωπίσει τη φοβία του.